Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Πώς λέγεται η έξις

Ἡ γὰρ ἕξις πολλαχῶς λέγεται· καὶ γὰρ ἡ δύναμις καὶ ἡ διάθεσις καὶ ἡ ἐπιστήμη ἕξις λέγεται. ἕνα μὲν οὖν τρόπον ἕξις λέγεται ἱκανότης καθ’ ἣν τὸ ἔχον ἐνεργεῖ καὶ ἔχει, ἱκανότης μὲν τοῦ πεφυκότος δεκτικοῦ, ἐν ᾧ δὲ πέφυκεν ὑπάρχειν καὶ ὅτε πέφυκεν ἔχειν, οἷον ἡ ὄψις τοῦ ὀφθαλμοῦ· ἥ τε γὰρ ὄψις ἕξις τοῦ ὀφθαλμοῦ ἐστι, καὶ τὸ ὁρᾶν κατ’ αὐτὴν γίνεται. τὸ δὲ ἐν ᾧ πέφυκεν ὑπάρχειν καὶ ὅτε πέφυκεν ἔχειν τὸ μέρος ἐν ᾧ πέφυκεν ὑπάρχειν καὶ τὸν χρόνον ἐν ᾧ πέφυκεν ἔχειν σημαίνει. οὐ γὰρ λέγομεν τὸν λίθον ἐστερῆσθαι ὄψεως, ἐπειδὴ οὐδὲ ὅλως πέφυκεν ἔχειν ὄψιν, οὔτε τὸν ἄνθρωπον κατὰ τοὺς πόδας λέγομεν ἐστερῆσθαι ὄψεως, ἐπειδὴ μὴ κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος πέφυκεν ἔχειν τὴν ὄψιν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ σκυλάκιον ἐστερῆσθαι ὄψεως λέγομεν, ἐπειδὴ μὴ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ πέφυκεν ἔχειν· λέγομεν δὲ τὸν ἄνθρωπον κατὰ τὸ πρόσωπον ἐστερῆσθαι τῆς ὄψεως, ἐπειδὴ καὶ πέφυκεν ἔχειν ὄψιν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐν τῷ μέρει τούτῳ καὶ τῷ χρόνῳ, ὁμοίως καὶ νωδὸν λέγομεν οὐχ ἁπλῶς τὸν μὴ ἔχοντα ὀδόντας (οὐ γὰρ δήπου λέγομεν καὶ τὸν ἄρτι τεχθέντα· οὐ γὰρ τηνικαῦτα πέφυκεν ἔχειν), ὥσπερ οὐδὲ τυφλὸν τὸ σκυλάκιον, ἀλλὰ νωδὸν λέγομεν τὸν ὑπὸ γήρως, εἰ τύχοι, ἢ ὑπὸ πάθους τῶν ὀδόντων ἐστερημένον.
Ἄλλον δὲ τρόπον ἕξις λέγεται διάθεσις καθ’ ἣν ἢ εὖ ἢ κακῶς διάκειται τὸ διακείμενον, καὶ ἢ καθ’ αὑτὸ ἢ πρὸς ἄλλο, οἷον ἡ ὑγίεια ἕξις τις· διάθεσις γάρ ἐστι τοιαύτη. διαφέρει δὲ ἕξις διαθέσεως τῷ μονιμώτερον καὶ πολυχρονιώτερον εἶναι· ταχὺ γὰρ μεταβάλλει ἐκ θερμοῦ ψυχρὸς γινόμενός τις καὶ ἐκ τοῦ ὑγιαίνειν εἰς τὸ νοσεῖν, εἰ μή τις καὶ αὐτῶν τούτων τυγχάνοι διὰ χρόνου πλῆθος ἤδη πεφυσιωμένη καὶ ἀνίατος ἢ πάνυ δυσκίνητος οὖσα, ἣν ἄν τις ἴσως ἕξιν ἤδη προσαγορεύοι. εἰσὶ δὲ αἱ μὲν ἕξεις καὶ διαθέσεις, αἱ δὲ διαθέσεις οὐκ ἐξ ἀνάγκης ἕξεις· οἱ μὲν γὰρ ἕξεις ἔχοντες καὶ διάκεινταί πως κατὰ ταύτας, οἱ δὲ διακείμενοι οὐ πάντως καὶ ἕξιν ἔχουσιν.
Ἔτι ἡ ἐπιστήμη καθ’ ἣν τοιούτοι λεγόμεθα, οἷον γραμματικοὶ ἢ γεωμέτραι· ἥ τε γὰρ ἐπιστήμη δοκεῖ των παραμονίμων καὶ δυσκινήτων, καὶ ἐάν τις καὶ μετρίως ἐπιστήμην λάβῃ, ἐάνπερ μὴ μεγάλη μεταβολὴ γένηται ὑπὸ νόσου ἢ ἄλλου τινὸς τοιούτου, οὐ ῥᾴδιον ἀποβαλεῖν αὐτήν.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Περὶ εἱμαρμένης ή περί μοίρας», Γεωργίου Κότσαλη)
Διότι η έξη με πολλούς τρόπους λέγεται· γιατί και η δύναμη και η διάθεση και η επιστήμη έξη λέγεται. Κατ’ έναν λοιπόν τρόπο έξη λέγεται η ικανότητα κατά την οποία το έχον ενεργεί και έχει, ικανότητα μεν του εκ φύσεως δεκτικού, αλλά σ’ αυτό που εκ φύσεως υπάρχει και όταν εκ φύσεως έχει, όπως η όψη του οφθαλμού· διότι η όψη (η δύναμη της οράσεως) είναι έξη του οφθαλμού, και η όραση κατ’ αυτήν γίνεται. Το δε σ’ αυτό που εκ φύσεως υπάρχει και όταν εκ φύσεως έχει το μέρος στο οποίο εκ φύσεως υπάρχει και τον χρόνο στον οποίο εκ φύσεως έχει σημαίνει. Διότι δεν λέμε ότι ο λίθος στερείται όψεως, επειδή ουδόλως εκ φύσεως έχει όψη, ούτε τον άνθρωπο λέμε ότι στερείται όψεως στα πόδια, επειδή δεν έχει εκ φύσεως την όψη σ’ εκείνο το μέρος, αλλ’ ούτε το νεογέννητο σκυλάκι λέμε ότι στερείται όψεως, επειδή δεν έχει εκ φύσεως εκείνον τον καιρό· λέμε όμως ότι ο άνθρωπος κατά το πρόσωπο στερείται της όψεως, επειδή και εκ φύσεως έχει όψη ο άνθρωπος και στο μέρος αυτό και στον χρόνο, ομοίως και νωδό λέμε όχι απλώς αυτόν που δεν έχει δόντια (γιατί δεν λέμε βέβαια και το νεογέννητο· αφού δεν έχει εκ φύσεως κατ’ εκείνον τον καιρό), καθώς ούτε το νεογέννητο σκυλάκι είναι τυφλό, αλλά νωδό λέμε αυτόν που βρίσκεται σε γηρατειά, αν θα τύχει, ή τον στερημένο των οδόντων από πάθημα.
Κατ’ άλλον τρόπο έξη λέγεται η διάθεση κατά την οποία ή καλώς ή κακώς διάκειται το διακείμενο, και ή ως προς το ίδιο ή ως προς άλλο, όπως η υγεία είναι μία έξη· διότι είναι τέτοιου είδους διάθεση. Διαφέρει δε η έξη της διαθέσεως στο ότι είναι μονιμότερη και πολυχρονιότερη· διότι γρήγορα μεταβάλλει κανείς από θερμός και γίνεται ψυχρός και από υγιής ασθενής, εκτός κι αν καμία απ’ αυτές εδώ τύχαινε μετά  από  πολύ  καιρό  να  έχει  ήδη  μεταβληθεί  σε  φυσική κατάσταση και να είναι ανίατη ή εξαιρετικά δυσκίνητη, αυτήν ίσως θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει πλέον έξη. Οι δε έξεις είναι και διαθέσεις, ενώ οι διαθέσεις δεν είναι αναγκαστικά έξεις· διότι αυτοί που έχουν έξεις διάκεινται κάπως και κατ’ αυτές, ενώ οι διακείμενοι δεν έχουν σε κάθε περίπτωση και έξη.
Ακόμη, η επιστήμη κατά την οποία λεγόμαστε πως είμαστε τέτοιοι (λέγεται έξη), λ.χ. γραμματικοί ή γεωμέτρες· διότι η επιστήμη θεωρείται ότι είναι των παραμονίμων και δυσκινήτων, και εάν κάποιος έστω και μετρίως λάβει επιστήμη, αν βέβαια δεν γίνει μεγάλη μεταβολή από κάποια νόσο ή από κάτι άλλο τέτοιο, δεν είναι εύκολο να την αποβάλει.
---------------------------------
Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΟΣ ΓΛΩΣΣΗΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΕΞΕΩΣ SEX
έξις . Όπου έξις αυτό που έχει κανείς μέσα του ή η διάθεση του σώματος, γενικά η κατάσταση, η διάθεση της ψυχής.
Το ε δασύ και με την πυκνότητα προφοράς του γράμματος γίνεται ----> σέξις.
έξις ---> sexis---> λατ. sexus----> sex
Sex σημαίνει και το φύλον, το γένος: Έξις αρσενική, έξις θηλυκή.
-------------------------------
«Εκτός από τις τυφλές δυνάμεις της φύσης κάθε τι άλλο που ξεχωρίζει μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό έχει ελληνική και μόνο προέλευση».
Βλάσιος Πασκάλ (1623-1662) Γάλλος φιλόσοφος και μαθηματικός
-------------------------------
[Ορισμός ευεξίας: Από το πρόθεμα «ευ» που στα Αρχαία Ελληνικά σημαίνει “καλό” και  την λέξη «έξη» (έξις στα Αρχαία Ελληνικά) που σημαίνει συνήθεια - διάθεση και προέρχεται από το ρήμα έχω.  Δηλ. ευ + έχω (έχω καλώς)  Ευεξία= ευ + έξη + ια (κατά λέξη σημαίνει η καλή συνήθεια - διάθεση) και σημαίνει την καλή κατάσταση της υγείας, ή καλή σωματική κατάσταση, ή ευρωστία.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αρχειοθήκη ιστολογίου